Τετάρτη 24 Μαΐου 2017 12:44
MedInfo
Εκτύπωση σελίδας  Στείλ'το σε φίλο 
 


Θεματική Αναζήτηση:


Υγεία & Πρόληψη
Ο Προσδιορισμός της αγγειακής ανεπάρκειας ως αιτίου στυτικής δυσλειτουργίας με τη βοήθεια του έγχρωμου DOPPLER
Επιμέλεια: Πέτρος Δ. Θάνος - Ουρολόγος 
Πηγή: www.uronet.gr   
Δημοσιεύθηκε: Στις 05/01/2009 ώρα: 15:59
Μικρότερη γραμματοσειρά Επαναφορά γραμματοσειράς Μεγαλύτερη γραμματοσειρά
Η δυσλειτουργία της στύσης χαρακτηρίζεται ως ένα νευρο-αγγειακό φαινόμενο κι έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία επίτευξης στύσης με αρκετή σκληρότητα και διάρκεια ώστε να επιτευχθεί ικανοποιητική σεξουαλική επαφή. Για την επίτευξη της στύσης, είναι απαραίτητο να υπάρχει ένα ανατομικά φυσιολογικό πέος, με ακέραια τόσο το αγγειακό του σύστημα όσο και την αυτόνομη και σωματική του νεύρωση.

Σκοπός: Σκοπός της μελέτης είναι ο προσδιορισμός της συχνότητας της αγγειακής ανεπάρκειας με τη βοήθεια του έγχρωμου Doppler μετά την ένεση αγγειοδραστικής ουσίας, ως αιτίου στυτικής δυσλειτουργίας σε δύο ηλικιακές ομάδες ασθενών.

Yλικό και μέθοδος: Aπό τον Απρίλιο του 2007 έως τον Απρίλιο του 2008, 76 ασθενείς με μέτρια ως σοβαρή στυτική δυσλειτουργία ηλικίας 25-69 έτών (μ.ο 47 έτη) υποβλήθηκαν σε έγχρωμο Doppler[1-4] για τη διερεύνηση του αιτίου.
Οι ασθενείς χωρίσθηκαν σε δύο ομάδες με βάση την ηλικία τους. Στην πρώτη ομάδα (Α) περιλαμβάνονταν 25 ασθενείς ηλικίας 25-45 ετών και στη δεύτερη (Β) 51 ασθενείς ηλικίας 45-69. Και στις δύο ομάδες οι ασθενείς έπασχαν από  στυτική δυσλειτουργία  πάνω από δύο έτη. Κανείς από τους 76 ασθενείς δεν έπασχε από νευρολογική νόσο και δεν παρουσίαζε χαμηλές τιμές τεστοστερόνης. Η διαγνωστική προσέγγιση περιελάμβανε κλινική εξέταση, πλήρη εργαστηριακό και ορμονικό έλεγχο, υπερηχοτομογραφικό έλεγχο πέους και έγχρωμο Doppler σηραγγωδών αρτηριών[1-4] μετά την έγχυση 20 μgr αλπροσταδίλης[5-6]. Έγινε προσδιορισμός της διαμέτρου των σηραγγωδών αρτηριών[20-22] καθώς και της συστολικής(PSV), τελοδιαστολικής (ΕDV) ταχύτητας ροής των σηραγγωδών αρτηριών[7-18] και του δείκτη αντίστασης (R.I.)[19].

Εισαγωγή
Η δυσλειτουργία της στύσης χαρακτηρίζεται ως ένα νευρο-αγγειακό φαινόμενο κι έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία επίτευξης στύσης με αρκετή σκληρότητα και διάρκεια ώστε να επιτευχθεί ικανοποιητική σεξουαλική επαφή. Για την επίτευξη της στύσης, είναι απαραίτητο να υπάρχει ένα ανατομικά φυσιολογικό πέος, με ακέραια τόσο το αγγειακό του σύστημα όσο και την αυτόνομη και σωματική του νεύρωση.

Έτσι, λοιπόν, η στυτική δυσλειτουργία μπορεί να είναι οργανική ,ψυχογενής ή και νευρολογικής αιτιολογίας.
Η στυτική δυσλειτουργία αποτελεί πρόβλημα προσωπικό αλλά και κοινωνικό με πολλές προεκτάσεις γι αυτόν τον λόγο ο κάθε ανδρολογικός ασθενής χρειάζεται ιδιαίτερη μεταχείρηση και φυσικά σωστή προσέγγιση στο πρόβλημά του. Η ταυτοποίηση του αιτίου της στυτικής δυσλειτουργίας σε σχέση με τα απαραίτητα στοιχεία θα προσφέρουν την καλύτερη και ουσιαστικότερη θεραπεία στον ασθενή.

Αιτιοπαθογένεια
Υπάρχουν δύο κύριες μορφές ή τύποι στυτικής δυσλειτουργίας, που έχουν σχέση με την αιτία που προκαλεί την δυσάρεστη αυτή κατάσταση, η ψυχογενής και η οργανική στυτική δυσλειτουργία. Η ψυχογενής στυτική δυσλειτουργία, σχετίζεται με το άγχος και την ανησυχία, που προκαλεί η σκέψη της ερωτικής πράξης ή η αποτυχία σε προηγούμενη ή προηγούμενες απόπειρες και εκτελέσεις της, που μπορεί να σχετίζονται με γενικότερα ψυχολογικά προβλήματα ή με κατάθλιψη και με τη λήψη διαφόρων ψυχοφαρμάκων.

Τα αίτια της οργανικής στυτικής δυσλειτουργίας, μπορεί να σχετίζονται με τα εγκεφαλικά ή νωτιαία κέντρα της στύσης και τις μεταξύ τους συνάψεις ή τα νεύρα που μεταφέρουν τα ερεθίσματα (νευρογενή αίτια), όπως και με παθήσεις που επηρεάζουν την κατάσταση του αγγειακού δικτύου (αγγειακά αίτια) ή την ανατομική και λειτουργική κατάσταση του πέους (ορμόνες, φάρμακα και συστηματικές παθήσεις).

Τα συχνότερα νευρογενή αίτια είναι ο σακχαρώδης διαβήτης και ο αλκοολισμός λόγω της περιφερικής νευροπάθειας που προκαλούν, οι κακώσεις της σπονδυλικής στήλης και της πυέλου και οι ριζικές χειρουργικές επεμβάσεις στον προστάτη, την ουροδόχο κύστη και το ορθό, λόγω της καταστροφής των νεύρων που σχετίζονται με τη στύση.

Τα συχνότερα αγγειακά αίτια είναι οι βλάβες των έσω αιδοιϊκών αρτηριών ή των μεγάλων αγγείων της πυέλου (έξω ή έσω λαγόνιες), που προκαλούνται από κατάγματα της λεκάνης, από διάφορες άλλες κακώσεις ή είναι αποτέλεσμα συστηματικής αρτηριοπάθειας λόγω αθηροσκλήρυνσης ή σακχαρώδους διαβήτη, που ελαττώνουν την παροχή του απαραίτητου για τη στύση αρτηριακού αίματος, όπως και το σύνδρομο της φλεβικής διαφυγής, που δεν επιτρέπει την παραμονή του αίματος στα σηραγγώδη σώματα και δεν διατηρεί τη στύση.

Yλικό και μέθοδος: Aπό τον Απρίλιο του 2007 έως τον Απρίλιο του 2008, 76 ασθενείς με μέτρια ως σοβαρή στυτική δυσλειτουργία ηλικίας 25-69 έτών (μ.ο 47 έτη) υποβλήθηκαν σε έγχρωμο Doppler [1-4] για τη διερεύνηση του αιτίου, ενώ σε όλους χορηγήθηκε, ως ενδοπεική ένεση, αλπροσταδίλη των 20μgr[5-6]. Κανείς από τους 76 ασθενείς δεν έπασχε από νευρολογική νόσο και δεν παρουσίαζε χαμηλές τιμές τεστοστερόνης. Η διαγνωστική προσέγγιση περιελάμβανε κλινική εξέταση, πλήρη εργαστηριακό και ορμονικό έλεγχο, υπερηχοτομογραφικό έλεγχο πέους (Εικ.1) και έγχρωμο Doppler σηραγγωδών αρτηριών[1-4] μετά την έγχυση 20 μgr αλπροσταδίλης[5-6] (Εικ. 2). Έγινε προσδιορισμός της διαμέτρου των σηραγγωδών αρτηριών καθώς και της συστολικής(PSV), τελοδιαστολικής (ΕDV) ταχύτητας ροής των σηραγγωδών αρτηριών[7-18] και του δείκτη αντίστασης (R.I.) [19].

 
Εικόνα 1:  Υπερηχοτομογραφικός έλεγχος πέους ,παρατηρούνται τα δύο σηραγγώδη σώματα, η ουρήθρα και το σπογγιώδες σώμα.
(Α) Πριν την ενδοπεϊκή ένεση,
(Β) 15 λεπτά μετά την ενδοπεϊκή ένεση όπου και παρατηρείται η διόγκωση των σηραγγωδών σωμάτων.


Εικόνα 2:  Φυσιολογικό έγχρωμο Doppler σηραγγωδών αρτηριών μετά την έγχυση 20 μgr αλπροσταδίλης.Στο σημείο (Α) βλέπετε την μέγιστη συστολική ροή (PSV) των σηραγγωδών σωμάτων.Στο σημείο (Β) βλέπετε την τελοδιαστολική ροή (EDV) των σηραγγωδών σωμάτων.


Εικόνα 3:  Φλεβική διαφυγή και μέτρηση της φλεβικής ροής.


Εικόνα 4: (Α) Μέτρηση της διαμέτρου της αριστερής σηραγγώδους αρτηρίας.
(Β) Μέτρηση της δεξιάς σηραγγώδους αρτηρίας.

Οι ασθενείς χωρίσθηκαν σε δύο ομάδες με βάση την ηλικία τους. Στην πρώτη ομάδα (Α) περιλαμβάνονταν 25 ασθενείς ηλικίας 25-45 ετών και στη δεύτερη (Β) 51 ασθενείς ηλικίας 45-69. Και στις δύο ομάδες οι ασθενείς έπασχαν από  στυτική δυσλειτουργία  πάνω από δύο έτη.
Στην ομάδα(Α) η κλινική εξέταση, ο εργαστηριακός και ο ορμονικός έλεγχος δεν κατέδειξαν παθολογικά ευρήματα. Σε όλους τους ασθενείς της ομάδας οι ανατομικές δομές με βάση και τον υπερηχοτομογραφικό έλεγχο βρέθηκαν φυσιολογικές. Έγινε υπολογισμός της διαμέτρου των σηραγγωδών σωμάτων πριν την ένεση και βρέθηκαν τα εξής : Δεξί σηραγγώδες σώμα 12,07mm , αριστερό 11,2mm και συνολικά 23,27mm. Έγινε ένεση αλπροσταδίλης 20μgr [5-6]και μετά 15 λεπτά διενεργήθηκε πάλι μέτρηση των σηραγγωδών σωμάτων και βρέθηκε το δεξί σηραγγώδες σώμα με διάμετρο 17,8mm, το αριστερό 18,1mm και συνολικά 35,9mm. Διαπιστώθηκε λοιπόν μία συνολική αύξηση της διαμέτρου των σηραγγωδών σωμάτων, στην προ και μετά από την ενδοπεική ένεση, σε 12,63mm.

Σε κανέναν ασθενή της ομάδας(Α) δεν διαπιστώθηκε κάμψη συγγενής ή επίκτητη και μόνο σε 2 ασθενείς (8%) παρατηρήθηκε μέτρια στύση 15 λεπτά μετά την ενδοπεική ένεση της αλπροσταδίλης.

Προσδιορίστηκε η μέγιστη συστολική ροή (PSV) των σηραγγωδών αρτηριών σε 35,02cm/s που αποτελεί την συνολική μέση τιμή,ομοίως η μέση τελοδιαστολική ταχύτητα ροής (ΕDV) [7-18] σε 4,2cm/s και η μέση τιμή του δείκτη αντίστασης (R.I.) [19] προσδιορίστηκε σε 0,88.Η μέση τιμή της διαμέτρου της δεξιάς σηραγγώδους αρτηρίας υπολογίσθηκε σε 1,52mm και της αριστερής σε 1,63mm αντίστοιχα [20-22].

Στην ομάδα(Β) 4 ασθενείς (7,8%) έπασχαν από σακχαρώδη διαβήτη και 3 ασθενείς (5,8%) από στεφανιαία νόσο ενώ κατά την κλινική εξέταση ψηλαφήθηκε ινώδης πλάκα σε 5 ασθενείς (9,8%) όπου κι επιβεβαιώθηκε η νόσος Peyronie κατά την διάρκεια της στύσης χωρίς όμως να επηρεάζονται οι τιμές του Doppler[1-4].O εργαστηριακός και ο ορμονικός έλεγχος δεν κατέδειξαν κάποια ιδιαίτερα παθολογικά ευρήματα.Σε όλους τους ασθενείς της ομάδας(Β) οι ανατομικές δομές με βάση και τον υπερηχοτομογραφικό έλεγχο βρέθηκαν φυσιολογικές.Έγινε υπολογισμός της διαμέτρου των σηραγγωδών σωμάτων πριν την ένεση και βρέθηκαν τα εξής : Δεξί σηραγγώδες σώμα 11,57mm , αριστερό 12,32mm και συνολικά 23,89mm.Έγινε ένεση αλπροσταδίλης 20μgr και μετά 15 λεπτά διενεργήθηκε πάλι μέτρηση των σηραγγωδών σωμάτων και βρέθηκε το δεξί σηραγγώδες σώμα με διάμετρο 16,47mm , το αριστερό 16,4mm και συνολικά 32,87mm.Διαπιστώθηκε,λοιπόν, μία συνολική αύξηση της διαμέτρου των σηραγγωδών σωμάτων ,στην προ και μετά από την ενδοπεική ένεση, σε 8,98mm.

Σε 13 ασθενείς (25,4%) παρατηρήθηκε μέτρια στύση 15 λεπτά μετά την ενδοπεική ένεση της αλπροσταδίλης.
Προσδιορίστηκε η μέγιστη συστολική ροή (PSV) των σηραγγωδών αρτηριών σε 32,1cm/s που αποτελεί και την συνολική μέση τιμή ,ομοίως η μέση τελοδιαστολική ταχύτητα ροής (ΕDV) [7-18] σε 4,52cm/s και η μέση τιμή του δείκτη αντίστασης (R.I) προσδιορίστηκε σε 0,86. Η μέση τιμή της διαμέτρου της δεξιάς σηραγγώδους αρτηρίας υπολογίσθηκε σε 1,69mm και της αριστερής σε 1,56mm αντίστοιχα [20-22]. Σε 10 ασθενείς (19,6%) διαπιστώθηκε ήπια αρτηριακή ανεπάρκεια, σε 3 (5,9%) σοβαρή αρτηριακή ανεπάρκεια και σε 4 ασθενείς (7,84%) διαπιστώθηκε φλεβική διαφυγή [23].

Αποτελέσματα:
Στην ομάδα Α η μέση μέγιστη συστολική ταχύτητα ροής (mPSV) υπολογίσθηκε σε 35,02 cm/s , η μέση τελοδιαστολική ταχύτητα ροής(EDV) σε 4,2 cm/s [7-18]και ο δείκτης αντίστασης (R.I) σε 0,88[19]. Στην ομάδα Α μόνο το 12% παρουσίαζε ήπια αρτηριακή ανεπάρκεια, ενώ κανείς ασθενής δεν παρουσίαζε φλεβική διαφυγή. Στην ομάδα B η μέση μέγιστη συστολική ροή ήταν 32,1 cm/s , η τελοδιαστολική  4,52 cm/s και ο δείκτης αντίστασης R.I=0,86[19]. Στην ομάδα αυτή 19,6% των ασθενών παρουσίαζε ήπια αρτηριακή ανεπάρκεια, 5,9% σοβαρή αρτηριακή ανεπάρκεια[20-22] , 7,84% φλεβική διαφυγή [23] και 9,8% νόσο Peyronie χωρίς επίδραση στις τιμές.

Συμπεράσματα. Παρά το γεγονός, ότι μετά την επιλογή των ασθενών και στις δύο ομάδες, η πιθανότερη αιτία μέτριας ως σοβαρής στυτικής δυσλειτουργίας από οργανικής πλευράς, θα ήταν αγγειακή διαταραχή, κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε, ιδιαίτερα στην ομάδα A, όπου παρατηρήθηκε μετρίου βαθμού αρτηριακή ανεπάρκεια  μόνο σε τρεις ασθενείς, ενώ φλεβική διαφυγή σε κανέναν. Στην ομάδα B βέβαια παρατηρήθηκε μεν αρκετά συχνότερα αρτηριακή ανεπάρκεια (25,5% εκ των οποίων μόνο 5,9 % σοβαρή) [20-22] και φλεβική διαφυγή (7,84%)[23], όπως αναμένονταν, αλλά σίγουρα επί συνόλου η αγγειακή διαταραχή δεν ήταν η κύρια αιτία της στυτικής δυσλειτουργίας τους. Συνεπώς η αγγειακή ανεπάρκεια αποτελεί ένα μικρό ποσοστό αιτιολογίας εγκατεστημένης μέτριας και σοβαρής στυτικής δυσλειτουργίας σε μη νευρολογικούς ασθενείς με φυσιολογικό ορμονικό profile ιδίαιτερα στις νεώτερες ηλικίες.

Άρα η ψυχολογική υποστήριξη από τον ειδικό και ο περιορισμός της υπερβολικής χορήγησης αναστολέων της 5 φωσφοδιεστεράσης είναι θέματα, που πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη.  


BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Broderick GA, Arger P: Duplex Doppler ultrasonography: Noninvasive assessment of penile anatomy and function. Semin Roentgenol 1993;28:43–56.
2. Fitzgerald SW, Erickson SJ, Foley WD, et al: Color Doppler sonography in the evaluation of erectile dysfunction: Patterns of temporal response to papaverine. AJR Am J Roentgenol 1991;157:331–336.
3. Herbner TE, Seftel AD, Nehra A, Goldstein I: Penile ultrasound. Semin Urol 1994;12:320–332.
4. Landwehr P: Penile vessels: Erectile dysfunction. In Wolf K-J, Fobbe F (eds): Color Duplex Sonography: Principles and Clinical Application. Stuttgart, Germany, Thieme Medical, 1995, pp 204–215.
5. Lewis RW, King BF: Dynamic color Doppler sonography in the evaluation of penile erectile disorders. (Abstract.) Int J Impot Res 1994;6:A30.
6. McMahon CG: A comparison of the response to the intracavernous injection of a combination of papaverine and phentolamine, prostaglandin E1, and a combination of all three agents in the management of impotence. Int J Impot Res 1991;3:113.
7. Cormio L, Nisen H, Selvaggi FP, et al: A positive pharmacological erection test does not rule out arteriogenic erectile dysfunction. J Urol 1996;156:1628–1630.
8. Meuleman EJ, Bemelmans BL, van Asten WN, et al: Assessment of penile blood flow by duplex ultrasonography in 44 men with normal erectile potency in different phases of erection. J Urol 1992b;147:51–56.
9. Oates CP, Pickard RS, Powell PH, et al: The use of duplex ultrasound in the assessment of arterial supply to the penis in vasculogenic impotence. J Urol 1995;153:354–357.
10. Abber JC, Lue TF, Orvis BR, et al: Diagnostic tests for impotence: A comparison of papaverine injection with the penile-brachial index and nocturnal penile tumescence monitoring. J Urol 1986;135:923–925.
11. Mueller SC, Lue TF: Evaluation of vasculogenic impotence. Urol Clin North Am 1988;15:65–6.
12. Quam JP, King BF, James EM, et al: Duplex and color Doppler sonographic evaluation of vasculogenic impotence. AJR Am J Roentgenol 1989;153:1141.
13. Fitzgerald SW, Erickson SJ, Foley WD, et al: Color Doppler sonography in the evaluation of erectile dysfunction: Patterns of temporal response to papaverine. AJR Am J Roentgenol 1991;157:331–336.
14. Hwang TI, Liu PZ, Yang CR: Evaluation of penile dorsal arteries and deep arteries in arteriogenic impotence. J Urol 1991;146:46–49.
15. Jarow JP, Pugh VW, Routh WD, Dyer RB: Comparison of penile duplex ultrasonography to pudendal arteriography: Variant penile arterial anatomy affects interpretation of duplex ultrasonography.Invest Radiol 1993;28:806–810.
16. Lee B, Sikka SC, Randrup ER, et al: Standardization of penile blood flow parameters in normal men using intracavernous prostaglandin E1 and visual sexual stimulation. J Urol 1993;149:49–52.
17. Broderick GA, Lue TF: The penile blood flow study: Evaluation of vasculogenic impotence. In Jonas U, Thon WF, Stief CG (eds): Erectile Dysfunction. Berlin, Springer-Verlag, 1991, pp 126–136.
18. Abber JC, Lue TF, Orvis BR, et al: Diagnostic tests for impotence: A comparison of papaverine injection with the penile-brachial index and nocturnal penile tumescence monitoring. J Urol 1986;135:923–925.
19. Benson CB, Vickers MA: Sexual impotence caused by vascular disease: Diagnosis with duplex sonography. AJR Am J Roentgenol 1989;153:1149–1153.
20. Lue TF, Hricak H, Marich KW, et al: Vasculogenic impotence evaluated by high-resolution ultrasonography and pulsed Doppler spectrum analysis. Radiology 1985;155:777–781.
21. Lue TF, Tanagho EA: Physiology of erection and pharmacological management of impotence. J Urol 1987;137:829–836.
22. Mueller SC, Lue TF: Evaluation of vasculogenic impotence. Urol Clin North Am 1988;15:65–76
23. Naroda T, Yamanaka M, Matsushita K, et al: Evaluation of resistance index of the cavernous artery with color Doppler ultrasonography for venogenic impotence. Int J Impot Res 1994;6:D62.

Επιστροφή


Αναλύσεις - Μελέτες
Γρίπη - H1N1
Παιδεία και Κοινωνία
Ασφαλιστικό
Ασφαλιστικό - Κόμματα
Ασφαλιστικό - Οικονομία

Μας ενδιαφέρει όλους
Διατροφή
Αλλεργίες
Aids / HIV
Διαβήτης
Ισορροπημένη Διατροφή
Εγκυμοσύνη
Καρδιολογικά Θέματα
Καρκίνος
Ουρολογικά Θέματα
Παχυσαρκία
Πνεύμονας...Ζωής
Οφθαλμολογία
Σεξουαλική Υγεία
Στοματική Υγιεινή
Το Γνωρίζατε αυτό;
Ορθοπεδικά Θέματα
Περιοχή μελών
* Ξέχασα τον κωδικό
*Εγγραφή νέου μέλους
Θέματα
Υγεία & Οικογένεια
Υγεία & Πρόληψη
Υγεία & Άντρας
Υγεία & Γυναίκα
Υγεία & Παιδί
Υγεία & 3η Ηλικία
Υγεία & Ομορφιά
Υγεία & 4 Εποχές
Υγεία & Διατροφή
Υγεία & Ευ Ζήν
Υγεία & Sex
Ψυχική Υγεία

Newsletter
Newsletter
Αρχική Σελίδα | Όροι Χρήσης | Προστασία Προσωπικών Δεδομένων

Οι πληροφορίες οι οποίες παρέχονται στον διαδικτυακό τόπο medinfo.gr δέν έχουν συμβουλευτικό,
αλλά καθαρά πληροφοριακό χαρακτήρα. Παρακαλόύμε συμβουλευτείτε τον ιατρό σας.


© 2017 Medinfo   Κατασκευή ιστοσελίδων: ATnet Communications Α.Ε.