Παρασκευή 21 Ιουλίου 2017 17:46
MedInfo
Εκτύπωση σελίδας  Στείλ'το σε φίλο 
 


Θεματική Αναζήτηση:


Υγεία & Πρόληψη
Γενικά για τον Σακχαρώδη Διαβήτη...
Επιμέλεια: Δρ. Εμμανουήλ Παπαδάκης 
Πηγή: Επιστημονική Βιβλιογραφία   
Δημοσιεύθηκε: Στις 04/11/2007 ώρα: 09:58
Μικρότερη γραμματοσειρά Επαναφορά γραμματοσειράς Μεγαλύτερη γραμματοσειρά
Ο Σακχαρώδη Διαβήτης (ΣΔ) είναι μια ασθένεια στην οποία το σώμα δεν παράγει επαρκή ποσότητα ινσουλίνης ή δεν χρησιμοποιεί κατάλληλα την εκκρινόμενη ινσουλίνη. Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη που απαιτείται για να μετατρέψει τα σάκχαρα, το άμυλο και τις άλλες ομάδες τροφίμων στην ενέργεια που χρειάζεται για την καθημερινή ζωή.

ΑΙΤΙΕΣ
Οι αιτίες που οδηγούν στο ΣΔ δεν έχουν διευκρινιστεί απόλυτα, αν και γενετικοί αλλά και περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως η παχυσαρκία και η έλλειψη άσκησης φαίνεται πως διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο.
Υπάρχουν κατ εκτίμηση 20,8 εκατομμύρια παιδιά και ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες, ή ποσοστό 7% του πληθυσμού, οι οποίοι έχουν ΣΔ. Ενώ 14.6 εκατομμύρια από αυτούς είναι διαγνωσμένοι με ΣΔ, δυστυχώς, 6,2 εκατομμύριο άνθρωποι (ή σχεδόν το ένα τρίτο) δεν γνωρίζουν ότι έχουν την ασθένεια. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο ΣΔ είναι η κύρια αιτία νεφρικής ανεπάρκειας τελικού σταδίου, των μή τραυματικών ακρωτηριασμών των κάτω άκρων, και της τύφλωσης στους ενήλικες. Με μια αυξανόμενη επίπτωση παγκοσμίως, ο ΣΔ θα αποτελεί μια από τις κύριες αιτίες νοσηρότητας και θνησιμότητας για το εγγύς μέλλον.
Όταν μιλάμε για (ΣΔ), δεν μιλάμε για μια μόνο νοσολογική οντότητα, αλλά σωστότερα γιά μια ομάδα συνηθισμένων στη κλινική πράξη μεταβολικών διαταραχών που έχουν σαν κοινό χαρακτηριστικό τους την εμφάνιση υπεργλυκαιμίας.
Έτσι, ανάλογα με την αιτιολογία του ΣΔ, οι παράγοντες που συμβάλλουν στην υπεργλυκαιμία μπορούν να αφορούν στη μειωμένη έκκριση ινσουλίνης, στη μειωμένη χρησιμοποίηση γλυκόζης από τους ιστούς, αλλά και στην αυξημένη παραγωγή γλυκόζης. Ωστόσο στο ΣΔ πίσω από το φαινότυπο της υπεργλυκαιμίας κρύβεται μια  γενικότερη μεταβολική απορύθμιση του οργανισμού που οδηγεί σε δευτερογενείς παθοφυσιολογικές αλλαγές σε πολλαπλά οργανικά συστήματα που επιβαρύνουν σε μεγάλο βαθμό την καθημερινότητα των ατόμων με ΣΔ αλλά και το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης.
Ο ΣΔ ταξινομείται σήμερα σε υποτύπους βάσει της παθογόνου διαδικασίας που οδηγεί στην υπεργλυκαιμία, σε αντιδιαστολή με τα κριτήρια πού χρησιμοποιούνταν παλαιότερα όπως η ηλικία της έναρξης του ΣΔ ή το είδος της εφαρμοζόμενης θεραπείας.

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΔΙΑΒΗΤΗ
Οι δύο μεγάλες κατηγορίες του ΣΔ περιλαμβάνουν τον τύπο 1 και τον τύπο 2.
Ο ΣΔ τύπου 1 προκύπτει από την αυτοάνοση καταστροφή των βήτα κυττάρων του παγκρέατος πού παράγουν ινσουλίνη και οδηγεί στην ανεπάρκεια ινσουλίνης.
Τα άτομα με ΣΔ τύπου 1B στερούνται ανοσοποιητικούς δείκτες ενδεικτικούς μιας αυτοάνοσης καταστρεπτικής διαδικασίας των βήτα κυττάρων. Εντούτοις, αναπτύσσουν ανεπάρκεια ινσουλίνης με άγνωστους μηχανισμούς και είναι επιρρεπείς στην εμφάνιση κετοξέωσης. Λίγοι σχετικά ασθενείς με τύπο 1 ΣΔ ανήκουν στη κατηγορία αυτή.
Ο ΣΔ τύπου 2 είναι μία ετερογενής ομάδα διαταραχών που χαρακτηρίζονται από ποικίλου βαθμού αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης, ελαττωμένη έκκριση ινσουλίνης, και αυξημένη παραγωγή γλυκόζης.
Στον ΣΔ τύπου 2 προηγείται μια περίοδος διαταραχής της ομοιόστασης της γλυκόζης που χαρακτηρίζεται ως διαταραχή γλυκόζη νηστείας (Impaired Fasting Glucose - IFG) ή διαταραχή ανοχής στη γλυκόζης (Impaired Glucose Tolerance - IGT).
Προκειμένου να καθοριστεί εάν ένας ασθενής έχει ή όχι κλινικές διαταραχές όπως προ-διαβήτη ή και κλινικά έκδηλο ΣΔ, ο ασθενής υποβάλλεται σε μέτρηση της γλυκόζης πλάσματος νηστείας (Fasting Plasma Glucose - FPG) ή στη δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζης (Oral Glucose Tolerance Test - OGTT).
Και οι δυο δοκιμασίες μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την ανίχνευση του προ-διαβήτη ή του ΣΔ. Ωστόσο, η αμερικανική διαβητολογική ένωση συστήνει την FPG επειδή είναι ευκολότερη, γρηγορότερη, και στοιχίζει λιγότερο για να εκτελεστεί. Με την FPG, ένα επίπεδο γλυκόζης αίματος νηστείας μεταξύ 100 και 125 mg/dl υποδηλώνει τη παρουσία προδιαβήτη. Ένα άτομο με επίπεδο γλυκόζης αίματος νηστείας 126 mg/dl ή υψηλότερο έχει επίσημο ΣΔ.
Στη δοκιμασία OGTT, μετριέται το επίπεδο γλυκόζης αίματος νηστείας και δύο ώρες μετά από τη λήψη 75gr γλυκόζης διαλυμμένης σε νερό. Εάν τα επίπεδα γλυκόζης αίματος στο δίωρο είναι μεταξύ 140 και 199 mg/dl, το υπό εξέταση άτομο έχει προδιαβήτη.
Εάν τα επίπεδα γλυκόζης αίματος στο δίωρο είναι  ίσο ή υψηλότερα από 200 mg/dl, το υπό εξέταση άτομο έχει ΣΔ.

-----------------------------------------------------------------------------------------------
Οι πληροφορίες οι οποίες παρέχονται στον διαδικτυακό τόπο medinfo.gr δέν έχουν συμβουλευτικό, αλλά καθαρά πληροφοριακό χαρακτήρα.
Παρακαλόύμε συμβουλευτείτε τον ιατρό σας.

Επιστροφή


Αναλύσεις - Μελέτες
Γρίπη - H1N1
Παιδεία και Κοινωνία
Ασφαλιστικό
Ασφαλιστικό - Κόμματα
Ασφαλιστικό - Οικονομία

Μας ενδιαφέρει όλους
Διατροφή
Αλλεργίες
Aids / HIV
Διαβήτης
Ισορροπημένη Διατροφή
Εγκυμοσύνη
Καρδιολογικά Θέματα
Καρκίνος
Ουρολογικά Θέματα
Παχυσαρκία
Πνεύμονας...Ζωής
Οφθαλμολογία
Σεξουαλική Υγεία
Στοματική Υγιεινή
Το Γνωρίζατε αυτό;
Ορθοπεδικά Θέματα
Περιοχή μελών
* Ξέχασα τον κωδικό
*Εγγραφή νέου μέλους
Θέματα
Υγεία & Οικογένεια
Υγεία & Πρόληψη
Υγεία & Άντρας
Υγεία & Γυναίκα
Υγεία & Παιδί
Υγεία & 3η Ηλικία
Υγεία & Ομορφιά
Υγεία & 4 Εποχές
Υγεία & Διατροφή
Υγεία & Ευ Ζήν
Υγεία & Sex
Ψυχική Υγεία

Newsletter
Newsletter
Αρχική Σελίδα | Όροι Χρήσης | Προστασία Προσωπικών Δεδομένων

Οι πληροφορίες οι οποίες παρέχονται στον διαδικτυακό τόπο medinfo.gr δέν έχουν συμβουλευτικό,
αλλά καθαρά πληροφοριακό χαρακτήρα. Παρακαλόύμε συμβουλευτείτε τον ιατρό σας.


© 2017 Medinfo   Κατασκευή ιστοσελίδων: ATnet Communications Α.Ε.