Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2018 21:06
MedInfo
Εκτύπωση σελίδας  Στείλ'το σε φίλο 
 


Θεματική Αναζήτηση:


Υγεία & 3η Ηλικία
Γηρατειά και εργασία
Επιμέλεια: Δημήτρης Πανταζής - Φαρμακοποιός 
Πηγή: Ελληνική & Διεθνής Αρθρογραφία   
Δημοσιεύθηκε: Στις 19/05/2008 ώρα: 12:32
Μικρότερη γραμματοσειρά Επαναφορά γραμματοσειράς Μεγαλύτερη γραμματοσειρά
Το περιοδικό Economist τον Φεβρουάριο του 2006, είχε ασχοληθεί με το πρόβλημα του εργατικού δυναμικού που γερνάει. Σύμφωνα με το περιοδικό οι εργαζόμενοι μεταξύ 50 και 64 ετών στην Ευρώπη θα αυξηθούν και θα φτάσουν το 25% τις επόμενες 2 δεκαετίες, ενώ οι εργαζόμενοι που θα είναι ηλικίας 20-29 ετών θα μειωθούν στο 20%.
Στην Ιαπωνία, σύμφωνα πάντα με το έγκυρο οικονομικό περιοδικό, ήδη το 20% του πληθυσμού είναι ηλικίας πάνω από 65 ετών και αυτό αποτελεί το υψηλότερο ποσοστό στον κόσμο.

Το περιοδικό θέτει ένα προβληματισμό λέγοντας ότι αναδύεται ένα πρόβλημα για τις επιχειρήσεις, καθώς έμπειροι εργαζόμενοι ετοιμάζονται να βγουν από την εργασία στα 65 τους χρόνια, και αυτό μπορεί να αφήσει πίσω τους ένα κενό γνώσης, αν αυτοί οι εργαζόμενοι δεν παραδώσουν στους επόμενους την εμπειρία τους, μαζί με τα κλειδιά του γραφείου και τα e-mail τους. Όπως αναφέρει το περιοδικό μια έρευνα που αφορούσε τους Διευθυντές ανθρώπινων πόρων και έγινε από την IBM το 2005 κατέληξε ότι, «όταν η γενιά των baby-boomers θα αποσυρθεί (από τον εργασιακό βίο), πολλές εταιρείες θα ανακαλύψουν πολύ αργά ότι η αξία μιας καριέρας γεμάτη από εμπειρίες βγήκε από την πόρτα, αφήνοντας πίσω ανεπαρκή ταλέντα να καλύψουν το κενό».
Σύμφωνα με το περιοδικό μπορούμε αν κοιτάξουμε προσεκτικά να βρούμε σήμερα εταιρείες που έχουν αρχίσει να προσαρμόζουν το εργασιακό τους περιβάλλον στους «γηραιότερους» υπαλλήλους τους. Η Αμερικάνικη Ένωση για τους εργαζόμενους άνω των 50 (AARP) παράγει μια ετήσια λίστα με τους καλλίτερους εργαζόμενους μέλη της. Όπως μας ενημερώνει το Economist, οι εταιρείες του τομέα της υγείας είναι μερικές από αυτές που ζητούν εξειδικευμένους και έμπειρους εργαζόμενους. Άλλοι τομείς είναι αυτοί της ενέργειας και της κυβέρνησης. Η Toyota μια από τις μεγαλύτερες και πλέον προηγμένες παραγωγικές εταιρείες, έχει προσαρμόσει τους τόπους εργασίας έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των «γηραιότερων» εργαζομένων. Επίσης η Ernst & Young, μια από τις πλέον γνωστές εταιρείες παροχής υπηρεσιών έχει περίπου 30.000 εργαζόμενους απόφοιτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και από αυτούς το 25% των «έμπειρων» προσλήψεων που η εταιρεία κάνει, προέρχεται από εργαζόμενους που δούλευαν παλαιότερα στην εταιρεία και επιστρέφουν μετά από ένα χρονικό διάστημα αποχής – «αποτοξίνωσης».

Όμως, όπως δηλώνει το έγκυρο περιοδικό, αυτά τα παραδείγματα αποτελούν εξαιρέσεις. Μια έρευνα που έγινε στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2006  από την Ernst & Young έδειξε ότι, παρ’ όλο που οι εταιρείες προβλέπουν έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, δεν αποβλέπουν καθόλου στην χρησιμοποίηση «γηραιότερων» υπαλλήλων. Περίπου τα ¾ των 1400 εταιρειών που ρωτήθηκαν από την Deloitte το 2005, δήλωσαν ότι αναμένουν έλλειψη έμμισθου προσωπικού τα επόμενα 3 έως 5 χρόνια.
Παρ’ όλα αυτά πολύ λίγες εταιρείες αναζητούν αν καλύψουν αυτά τα κενά ανάμεσα στους «γηραιότερους» υπαλλήλους.

Το περιοδικό διερωτάται γιατί οι εταιρείες δεν εργάζονται προς την κατεύθυνση του να διατηρήσουν τους «γηραιότερους» υπαλλήλους τους. Ένας από τους λόγους, όπως λέει το περιοδικό, είναι ότι αυτό το πρόβλημα πηγαίνει πέρα από τους ορίζοντες των περισσοτέρων managers. Σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε τις αλλαγές που έχουν έλθει στην αγορά εργασίας από την παγκοσμιοποίηση (είσοδο νεότερων και εκπαιδευμένων εργαζομένων από αναπτυσσόμενες χώρες) και ευνοούν ή δυσχεραίνουν, ανάλογα, τις επιπτώσεις του φαινομένου.

Πάντως, σύμφωνα με το περιοδικό οι «γηραιότεροι» εργαζόμενοι αποτελούν μια αξιόπιστη πηγή εργασίας, γιατί αυτοί έχουν σημαντικούς λόγους για να συνεχίσουν αν δουλεύουν. Σύμφωνα πάντα με το Economist, ο Peter Capelli από το Wharton business school στην Φιλαδέλφεια, δήλωσε ότι οι baby-boomers δεν πρόκειται να αποσυρθούν από την εργασία τους, όπως πολλοί πιστεύουν και ο κυριότερος λόγος για αυτό είναι το γεγονός ότι οι συντάξεις τους δεν πρόκειται να είναι τόσο γενναιόδωρες όσο αυτοί περίμεναν. Σύμφωνα με έρευνα από την Haris/Wall Street Journal έδειξε ότι το 39% των Αμερικάνων πάνω από 54 ετών αμφιβάλλει αν θα έχει ικανοποιητικά χρήματα για τα γεράματα του. Αυτοί λοιπόν οι εργαζόμενοι θα θελήσουν να παραμείνουν στην εργασία τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Οι στατιστικές του Γραφείου Εργασίας των ΗΠΑ προέβλεψαν, σύμφωνα με το Economist, ότι το εργατικό δυναμικό θα αυξηθεί από τα 153 εκατομμύρια το 2000, στα 159 εκατομμύρια το 2010.

Στην Ευρώπη ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην «χρήση» «γηραιότερων» εργαζομένων είναι οι αμοιβές. Σύμφωνα με την εταιρεία «στρατολόγησης» ανθρώπινου δυναμικού, την Adecco, στην Γαλλία και στην Γερμανία οι εργαζόμενοι ηλικίας 50 – 65 ετών κερδίζουν 60-70% περισσότερα χρήματα, κατά μέσον όρο, σε σύγκριση με τους νεότερους εργαζόμενους ηλικίας 25 – 30 ετών. Στην Αγγλία όμως οι αμοιβές είναι περίπου οι ίδιες, και αυτός είναι ο λόγος, σύμφωνα με το περιοδικό, που περισσότεροι «γηραιοί» εργαζόμενοι υπάρχουν στην Αγγλία σε σύγκριση με την Γερμανία. Το 1990, μας ενημερώνει το έγκυρο οικονομικό περιοδικό, η ανεργία ανάμεσα στις δύο χώρες όσο αφορά τις ηλικίες 55 – 64, ήταν περίπου η ίδια – 7,2% στην Αγγλία και 7,7% στην Γερμανία. Το 2003 όμως τα ποσοστά αυτά άλλαξαν και ήταν 3,7% στην Αγγλία και 9,7% στην Γερμανία.

Σε ορισμένες επιχειρήσεις, μας ενημερώνει το περιοδικό, η πρώιμη αποχώρηση από την εργασία έχει θεσμοθετηθεί. Στις εταιρείες που προσφέρουν επαγγελματικές υπηρεσίες, όπως είναι τα δικηγορικά και λογιστικά γραφεία, οι συνεργάτες ωθούνται στο να αποσυρθούν νωρίς, συχνά στα 55 χρόνια, έτσι ώστε να ενθαρρυνθούν οι νεότεροι να γίνουν συνεργάτες.
Στην Ελβετία η κυβέρνηση έχει ψηφίσει νόμο σύμφωνα με τον οποίο όποιος εργαζόμενος παραμείνει στην εργασία του για 5 χρόνια ακόμη, πέρα από την κανονική του συνταξιοδότηση, μπορεί να αυξήσει την σύνταξη του έως και $3.825 τον χρόνο. Αυτό εξηγεί γιατί περισσότεροι από το 60% των εργαζομένων ηλικίας 55 – 64 ετών είναι ακόμα στην δουλειά τους σε σύγκριση με κάτι λιγότερο από 30% που αντιστοιχεί στο Βέλγιο. Σε ορισμένες χώρες το φορολογικό σύστημα εργάζεται ενάντια στους «γηραιότερους» εργαζόμενους. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, το σύστημα δεν αφήνει ένα φορολογούμενο να λαμβάνει σύνταξη και μισθό από τον ίδιο εργοδότη, που σημαίνει ότι δεν μπορεί να επαναπροσληφθεί, μετά την σύνταξη του, στην ίδια δουλειά.

Στις ΗΠΑ τα συνταξιοδοτικά συστήματα παρακρατούν οφέλη από εκείνους τους συνταξιούχους που επαναπροσλαμβάνονται και εργάζονται για περισσότερες από 40 ώρες τον μήνα. Παρατηρούμε δηλαδή ότι ορισμένες χώρες ρίχνουν το βάρος τους στο κόστος εργασίας (βλέπε μεγιστοποίηση των κερδών), ενώ κάποιες άλλες αναζητούν κίνητρα για «συγκρατήσουν» στο εργασιακό περιβάλλον τους έμπειρους «γέροντες». Ορισμένες χώρες προσπαθούν «εκβιαστικά» να υποχρεώσουν τον εργαζόμενο να παραμείνει στην εργασία (αφού τα χρήματα της σύνταξης δεν θα φθάνουν να ζήσει), ενώ άλλες προσπαθούν να αυξήσουν το οικονομικό όφελος αυτών που θα παραμείνουν στην εργασία τους προσφέροντας την πλούσια εμπειρία τους.

Ας δούμε όμως, κατά προσέγγιση τις μέσες ηλικίες αποχώρησης από την εργασία, έτσι όπως μας τις παρουσιάζει το Economist  αντλώντας τα στοιχεία του από την ερευνητικής εταιρείας Adecco.



Σύμφωνα με το έγκυρο οικονομικό περιοδικό, και όχι μόνο, υπάρχουν ενδείξεις ότι πολλοί άνθρωποι που έχουν περάσει το 65ο έτος της ηλικίας έχουν πολλά να προσφέρουν, αν και δεν βρίσκονται στο αποκορύφωμα των δυνατοτήτων τους. Μερικές μάλιστα μελέτες, μας ενημερώνει το περιοδικό, δείχνουν ότι οι άνω των 40 ετών έχουν λιγότερες πιθανότητες να αρρωστήσουν και κινητοποιούνται περισσότερο, ενώ είναι και πιο παραγωγικοί (εκτός αν απαιτείται μεγάλη φυσική προσπάθεια). Το πρόβλημα λοιπόν της πρώιμης αποχώρησης από την εργασία αποτελεί ένα σύνθετο πρόβλημα με δύο επιμέρους συνιστώσες κόστους. Η μία συνιστώσα αφορά την αύξηση του κόστους από την πρώιμη αποχώρηση από την εργασία λόγω των δαπανών συνταξιοδότησης, και ή άλλη συνδέεται με το αυξημένο κόστος δαπανών υγείας για τα άτομα αυτά, όπως ήδη έχουμε αναφέρει σε παλαιότερο κείμενο παραθέτοντας σχετικά στοιχεία.

Το βασικό ερώτημα είναι όμως το εξής: γιατί οι άνθρωποι (το ποσοστό ποικίλει από χώρα σε χώρα) επιδιώκουν να αποσυρθούν από τον ενεργό εργασιακό βίο νωρίς. Θα μπορούσε κάποιος να δηλώσει ότι αυτό έχει σχέση με την κούραση και τις δυνάμεις που μειώνονται με την πάροδο του χρόνου. Αυτό πράγματι είναι σωστό όταν μιλάμε για επαγγέλματα που απαιτούν έντονη χειρονακτική εργασία, όπως για παράδειγμα των οικοδομών. Είναι όμως λογικό να συμβαίνει το ίδιο όταν μιλάμε για ανθρώπους που εργάζονται σε γραφεία ή άλλες εργασίες παροχής υπηρεσιών; Μήπως το πρόβλημα αφορά περισσότερο την εντατικοποίηση των ρυθμών της εργασίας και την «αλλοτρίωση» των ανθρώπων από την δουλειά τους; Ή για να το πούμε με άλλα λόγια μήπως ο τρόπος με τον οποίο εργαζόμαστε, ο χρόνος που εργαζόμαστε, ή ένταση με την οποία εργαζόμαστε και ο λόγος για τον οποίο εργαζόμαστε βρίσκονται σε διάσταση με το κοινωνικό περιεχόμενο της εργασίας; Πόσοι από εμάς κάνουμε δουλειά που την αγαπάμε; Μήπως τέλος σε μια βιώσιμη οικονομία η κατανομή του όγκου εργασίας θα μπορούσε να είναι ανάλογα με την ηλικία; Μήπως υπάρχει η δυνατότητα σε μια βιώσιμη οικονομία με ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, να μπορούν οι άνθρωποι να παρατείνουν τον χρόνο παραμονής στην εργασία τους, ενώ θα εργάζονται λιγότερες ώρες την εβδομάδα και με πιο ευέλικτο ωράριο; Όταν λέμε ισχυρό κοινωνικό κράτος εννοούμε το κράτος εκείνο που δεν θα υποχρεώνει τους γονείς ηλικίας 55-65 ετών να εργάζονται εντατικά για να δώσουν το 30% του εισοδήματος τους στην παραπαιδεία ή τα νέα παιδιά να προσπαθούν να βρουν χρήματα να καλύψουν τις «αδυναμίες» του συστήματος υγείας των γερόντων γονιών τους.

Για τα παραπάνω ερωτήματα δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι η απάντηση είναι σίγουρα αρνητική αν συνεχίσουμε να έχουμε τον ίδιο τρόπο σκέψης. Τι να πει κανείς, για παράδειγμα, για τον τρόπο σκέψης που έχουμε, όταν βλέπει, με αφορμή την απεργία των μεταφορέων, ανθρώπους να ζητούν «απεγνωσμένα» λίγα λίτρα πανάκριβης βενζίνης με τον τρόπο που όλοι αντικρίσαμε στα ΜΜΕ.

Η απάντηση είναι ένα σίγουρο όχι. Δεν υπάρχει η δυνατότητα να προχωρήσουμε σε μια βιώσιμη ανάπτυξη αν συνεχίσουμε να ζούμε για να καταναλώνουμε και όχι να καταναλώνουμε για να ζούμε.

Επιστροφή


Αναλύσεις - Μελέτες
Γρίπη - H1N1
Παιδεία και Κοινωνία
Ασφαλιστικό
Ασφαλιστικό - Κόμματα
Ασφαλιστικό - Οικονομία

Μας ενδιαφέρει όλους
Διατροφή
Αλλεργίες
Aids / HIV
Διαβήτης
Ισορροπημένη Διατροφή
Εγκυμοσύνη
Καρδιολογικά Θέματα
Καρκίνος
Ουρολογικά Θέματα
Παχυσαρκία
Πνεύμονας...Ζωής
Οφθαλμολογία
Σεξουαλική Υγεία
Στοματική Υγιεινή
Το Γνωρίζατε αυτό;
Ορθοπεδικά Θέματα
Περιοχή μελών
* Ξέχασα τον κωδικό
*Εγγραφή νέου μέλους
Θέματα
Υγεία & Οικογένεια
Υγεία & Πρόληψη
Υγεία & Άντρας
Υγεία & Γυναίκα
Υγεία & Παιδί
Υγεία & 3η Ηλικία
Υγεία & Ομορφιά
Υγεία & 4 Εποχές
Υγεία & Διατροφή
Υγεία & Ευ Ζήν
Υγεία & Sex
Ψυχική Υγεία

Newsletter
Newsletter
Αρχική Σελίδα | Όροι Χρήσης | Προστασία Προσωπικών Δεδομένων

Οι πληροφορίες οι οποίες παρέχονται στον διαδικτυακό τόπο medinfo.gr δέν έχουν συμβουλευτικό,
αλλά καθαρά πληροφοριακό χαρακτήρα. Παρακαλόύμε συμβουλευτείτε τον ιατρό σας.


© 2018 Medinfo   Κατασκευή ιστοσελίδων: ATnet Communications Α.Ε.